Manuel
DeLanda_morphogenesis
Στη
διάλεξή του ο Manuel
DeLanda αναφέρεται
στην έννοια της μορφογένεσης (morphogenesis)
βασιζόμενος
κυρίως στην θεωρία του Gilles
Deleuze, αναδομώντας
τα επιχειρήματα του τελευταίου με την
αξιοποίηση νέων πηγών. Σύμφωνα με τον
DeLanda,
ο Deleuze
αποτέλεσε
ένα σύγχρονο είδος υλιστή (εν αντιθέση
με τον Marx
του οποίου
η θεωρία εισάγει ένα περιορισμένο είδος
υλισμού-φιλοσοφία της πραγματικότητας
(philosophy
of reality)), με
την έννοια ότι ο υλισμός στον οποίο
αναφέρεται ο ομιλητής περιλαμβάνει την
ίδια την υλικότητα (βουνά, φυτά, σύννεφα,
πλανήτες...)-philosophy
of nature. Βασική
έννοια για τον καθορισμό του σύγχρονου
υλισμού αποτελέι η μορφογένεση, η γένεση
δηλαδή της μορφής (των βουνών, των φυτών,
των ζώων, των πλανητών...).
Στη
συνέχεια ο DeLanda
διαχωρίζει
την φυσική μορφογένεση (natural
morphogenesis) από
την καλλιτεχνική μορφογέννεση (artistic
morphogenesis). Αναλυτικότερα,
επισημαίνει ότι κατά την καλλιτεχνική
μορφογένεση ο δημιουργός αποτελεί μέρος
της διαδικασίας, χωρίς αυτή να συνεπάγεται
την συνεργασία της με την φυσική
μορφογένεση. Ως τυπικό παράδειγμα
μορφογένεσης αναφέρει το περίπτερο του
Frei
Otto για τους
Ολυμπιακούς αγώνες στο Μόναχο το 1968.
Αφετηρία για το σχεδιασμό του εν λόγω
έργου αποτέλεσε για τον αρχιτέκτονα η
χρήση σαπουνιού το οποίο προκαλεί το
σχηματισμό υπερβολικών παραβολοειδών,
επιτρέποντας τον αναλογικό υπολογισμό
καμπυλών. Δεύτερο παράδειγμα μορφογένεσης
αποτελεί η εκκλησία της Sangrada
Familia του
Gaudi,
στην οποία
η σχεδιαστική αφετηρία αντλείται από
το φαινόμενο της αλυσοειδούς καμπύλης
της φυσικής, σύμφωνα με το οποίο μία
αλυσίδα, κρεμασμένη από τα δύο άκρα της,
έχει την τάση να σχηματίσει μία φόρμα
(παραβολή). Με αφορμή λοιπόν τα 2 αυτά
παραδείγματα μορφογένεσης, ο DeLanda
καταλήγει
ότι η ανθρώπινη μορφογένεση (καλλιτεχνική,
μουσική, αρχιτεκτονική...), παρά το γεγονός
ότι αποτελεί μία φυσική διαδικασία, δεν
αντιγράφει τη φύση, αλλά αξιοποιεί
φυσικούς μορφογενετικούς πόρους για
να καταλήξει σε ένα σχέδιο που ανήκει
στον ίδιο τον δημιουργό.
Συνεχίζοντας,
ο DeLanda
υποστηρίζει
ότι ειδικότερα μία υλιστική θεωρία έχει
ως αφετηρία την πλήρη κατανόηση της
ύλης, καθώς όσο η εκφραστικότητα αυτής
είναι απαραίτητη για έναν καλλιτέχνη,
αλλό τόσο οφείλει να είναι και για έναν
φιλόσοφο. Ακόμα, προκειμένου να καταστεί
κατανοητή η πηγή απ'όπου η ύλη αντλεί
τις μορφογενετικές της δυνάμεις οφείλουν
να αναλυθούν περεταίρω έννοιες που δεν
σχετίζονται τόσο με την υποκειμενικότητα
ή την πολιτική, όσο με την Επιστήμη. Και
αυτό, αφού οι επιστήμονες είναι αυτοί
που πλέον κατανοούν καλύτερα απο
οποιονδήποτε άλλο οτιδήποτε έχει σχέση
με την υλικότητα. Περεταίρω, αναλύει
στη συνέχεια τα τρία είδη συλλογισμού
(reasoning
styles) τα οποία
δανείζεται ο Deleuze
από
διαφορετικούς κλάδους της επιστήμης,
διευκρινίζοντας ότι η επιστήμη δεν έχει
μόνο μία μέθοδο, αλλά περισσότερες.
Έτσι,
διακρίνει αρχικά την πληθυσμιακή σκέψη
(population
thinking),
η οποία
διαμορφώνεται τη δεκαετία του '30 από
τους υποστηρικτές του Δαρβίνου, ενώ
αντλεί επιρροή και από τις πρόσφατες
τότε ανακαλύψεις του Gregor
Mendel
στον τομέα της γενετικής, καθώς παρά το
γεγονός ότι το DNA
δεν ανακαλύφθηκε
έως τη δεκαετία του '50, ήταν την εποχή
εκείνη γνωστό ότι υπήρχε “κάτι” το
οποίο αποθήκευε τη γενετική πληροφορία,
η οποία κληρονομούνταν από γενιά σε
γενιά. Προέρχεται δηλαδή από την
εξελικτική βιολογία σε συνδυασμό με τη
γενετική, και έχει ως αντικείμενο μελέτης
τα υπαρκτά πράγματα (actual
things). Σύμφωνα
με αυτό το είδος συλλογισμού, τα είδη
υπόκεινται σε φίλτρα τα οποία καθορίζουν
και την εξέλιξή τους. Ως παράδειγμα
πληθυσμιακής σκέψης ο DeLanda
αναφέρει
την επικράτηση κάποιων διαλέκτων έναντι
άλλων (για παράδειγμα στη Γαλλία η
καθιέρωση της παριζιάνικης διαλέκτου
ως “Γαλλικής”), υπό το πρίσμα ότι η
γλώσσα μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος
υλικότητας, αν γίνει αντιληπτή ως η
'σχηματοποίηση των παλμών του αέρα” η
οποία επιτυγχάνεται μέσω της γλώσσας,
των δοντιών, των χειλιών...
Ως
δεύτερο τρόπο συλλογισμού ο DeLanda
διακρίνει
την εντατική σκέψη (intensive
thinking),
η οποία
προέρχεται από τον τομέα της Θερμοδυναμικής
και πηγάζει από διαδικασίες με τις
οποίες παράγονται τα υπαρκτά πράγματα
(actual
things). Η
θερμοδυναμική αρχικά αποτελούσε κατώτερη
επιστήμη σε σχέση με άλλες, καθώς η
δημιουργία της πηγάζει από την κατασκευή
της ατμομηχανής, γεγονός που οφείλεται
σε τεχνίτες και όχι σε επιστήμονες. Αυτό
το νέο είδος μηχανής έδωσε το έναυσμα
στους επιστήμονες να εξελίξουν ένα νέο
είδος συλλογισμού, ο οποίος προέρχεται
από ένα υλικό στοιχείο.
Τρίτο
είδος συλλογισμού αποτελεί η τοπολογική
σκέψη (topological
thinking)
η οποία
προέρχεται από τον τομέα των μαθηματικών
και αναφέρεται στα εικονικά πράγματα
(virtual
things), δεν
έχει όμως καμία σχέση με την εικονική
πραγματικότητα (virtual
reality), καθώς
ο όρος αυτός καθιερώθηκε στις αρχές του
19ου αιώνα. Με την έννοια εικονικά
εννοείται οτιδήποτε είναι μεν αληθινό
(real)
αλλά δεν
είναι πραγματικό (actual).
Αναφέρεται, τέλος, πως η ειδίκευση των
επιστημόνων εμποδίζει τη γενίκευση της
Επιστήμης, ως ενιαίο αντικείμενο, και
αυτό διότι κάθε εξειδικευμένος επιστήμονας
χρησιμοποιεί μόνον ένα είδος συλλογισμού.
Ωστόσο, ο DeLanda
υποστηρίζει
ότι ο μόνος διεπιστημονικός τομέας στον
οποίο συνδυάζονται και τα τρία είδη
συλλογισμού που ήδη αναλύθηκαν, είναι
αυτός της οικολογίας. Και αυτό, καθώς
οι οικολόγοι μελετούν τόσο τον τρόπο
εξέλιξης της χλωρίδας και της πανίδας
(κοινές ανάγκες και λειτουργίες), όσο
και το δίκτυο που αναπτύσσεται εντός
ενός οικοσυστήματος για την κυκλοφορία
της σάρκας (ή όπως επιστημονικά έχει
καθιερωθεί, της βιομάζας), όπως και τους
δεσμούς που συνδέουν τα είδη μεταξύ
τους, με την έννοια περισσότερο της
τροφικής αλυσίδας και των συνεπειών
που μπορεί να έχει για παράδειγμα η
εξαφάνιση ενός είδους για αυτή.
Frédéric Migayrou_future frontiers
Στη
συγκεκριμένη ομιλία του ο Frédéric Migayrou αναφέρεται
κατά κύριο στην ανάλυση του non
standard, με
αφορμή αντίστοιχη έκθεση που πραγματοποίησε
ο ίδιος το 2003 στο κέντρο Pompidou
στο
Παρίσι. Αναλυτικότερα, θεωρεί ότι η εν
λόγω μαθηματική ανάλυση συντέλεσε
δραστικά στη διαμόρφωση ενός νέου
θεωρητικού υπόβαθρου για την αρχιτεκτονική
κατά τη δεκαετία του '60 και μετά το πέρας
του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου που
σήμανε και το τέλος του κόσμου της
αναπαράστασης (“world
of representation”).
Η μαθηματική ανάλυση του non
standard εισάγει
την έννοια του απειροελάχιστου αριθμού
και σημαίνει τη δημιουργία μίας νέας
φιλοσοφίας, ικανής να καλύψει το κενό
που άφησε πίσω του για την αρχιτεκτονική
το τέλος της εποχής της αναπαράστασης.
Πιο
συγκεκριμένα, στην αρχιτεκτονική η
έννοια του non
standard εισάγεται
τη δεκαετία του '90 και συνοδεύεται με
το “τέλος της αρχιτεκτονικής” και τη
δημιουργία των διάφορων software
σχεδιασμού
μέσω υπολογιστή, η οποία δεν οφείλεται
μόνον σε αλγόριθμους αλλά σε πραγματικά
μαθηματικά. Παράλληλα, ο Migayrou
διακρίνει
κατά την εποχή εκείνη σύγχυση των νέων
αρχιτεκτόνων ως προς το νέο αυτό
φιλοσοφικό ρεύμα, καθώς έρχονται
αντιμέτωποι με ένα σωρό θεωριών και
ονομάτων (Derrida,
Deleuze...), ανήμποροι
να προχωρήσουν σε αυτό το γιγαντιαίο
σύστημα το οποίο βρίσκεται αν μη τι άλλο
εκτός της αρχιτεκτονικής, αφού αυτή
“έχει πεθάνει” (“architecture
is dead”).
Στη
συνέχεια, ο ομιλητής εστιάζει στις
έννοιες της τυπολογίας και της μορφολογίας
στην αρχιτεκτονική. Με κύριους εκπροσώπους
τους Aldo
Rossi και
Manfredo
Tafuri, διαμορφώνεται
μια νέα θεωρία κατά της παραδοσιακής
μαρξιστικής, μέσω της διασταύρωσης του
στρουκτουραλισμού και της Σχολής της
Φρανκφούρτης.
Έτσι,
οι εκτενείς αναφορές του Aldo
Rossi στην
έννοια της τυπολογίας, η οποία ορίζεται
ως η λογική συνέχεια της αρχιτεκτονικής,
αφού δεν σχετίζεται με τον τύπο (δεν
είναι σχήμα), δημιουργούν μία νέα ιδέα
για τη γλώσσα και τον στρουκτουραλισμό
στην αρχιτεκτονική που εφαρμόζονται
μέσω των διαφόρων τυπολογιών. Η εν λόγω
τυπολογία έχει ως αφετηρία τη χρήση
καννάβου (ιδιαίτερα κατά τον σχεδιασμό
των πόλεων), και στηριζόμενη σε
μεταγενέστερες ερμηνείες που δίνει ο
Peter
Eisenman, περιστρέφοντας
και μετακινώντας τον κάνναβο, καταλήγει
στη διαμόρφωση ενός νέου τρόπου αντίληψης
και κατανόησης της γεωμετρίας.
Τέλος,
οι Jean
Petitot και
René
Thom
εισάγουν
την έννοια της νατουραλιστικής ιδεολογίας
του στρουκτουραλισμού και παράλληλα
παρουσιάζουν την ανάλυση non
standard ως
μία δυνατότητα να γίνει κατανοητή η
πολυπλοκότητα της φύσης, και συνεπώς
και της αρχιτεκτονικής.
Στη
συνέχεια, ο ομιλητής αναφέρει τις τρεις
μαθηματικές οντολογίες που προκύπτουν
από τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης
μεταξύ ύλης και μορφής, της γεωμετρίας
αλλά και της ίδιας της αντίληψης για
τον χώρο, ως άμεση συνέπεια της
διαφοροποίησης του οντολογικού
προσανατολισμού της μορφογέννεσης.
Αυτές είναι οι Formal
Ontology (που
βασίζεται στην ανάλυση non
standard και
στη θεωρία της καταστροφής (Catastrophe
Theory)),
Ontology
of Manifold (μεταξύ
του αυταπόδεικτου (axiomatic)
και
της προβληματικής (problematic)-Deleuze)
και
Ontology
of the Event (το
αυταπόδεικτο (axiomatic)
θεμελειώνει το συμβάν (event)
αλλά
ταυτόχρονα και την απόλυτη άρνηση
(negation)
αυτού-Badieu).
Στη
συνέχεια ο Migayrou
διερωτάται
για τη σχέση αρχιτεκτονικής και εμμένειας
(immanence)
και
αναφέρει ότι η πρώτη πρέπει να αντιμετωπίζει
μη έκδηλα επίπεδα της πραγματικότητας,
αποκεντρώνοντας τη λογική της. Τελικά,
κατά το υπολογισμό βάση του σχεδιασμού
του ίδιου του υλικού (material
design based computation) η
μοντελοποίηση της διαδικασίας καταλήγει
να αποτελεί την ίδια την διαδικασία
κατά την οποία η δομή και η ύλη δεσμεύονται
σε αποικίες (colonies)
που εξελίσσονται απο γενιά σε γενιά
αλλάζοντας τους παράγοντες (ποιοτικούς
και ποσοτικούς) βάση των οποίων κάνει
κανείς αρχιτεκτονική αλλά διατηρώντας
παράλληλα τους ίδιους κανόνες. Αυτή η
“αυτόνομη” αρχιτεκτονική μπορεί να
λειτουργεί σαν ένα “ecophysic”,
με
την έννοια της αλληλεπίδρασης μεταξύ
των ιδιοτήτων των υλικών των Μονάδων
(Voxels)
και
του περιβάλλοντος αυτών.
Αρβανίτη
Ισιδώρα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου