Επιχειρώντας
μια ιστορική αναδρομή από τη δεκαετία
του 60 έως και σήμερα, ο Frédéric
Migayrou προσεγγίζει την εξέλιξη της
non-standar
αρχιτεκτονικής έως και την εμφάνιση
του material
design based computation. Στις
δεκαετίες μετά το δεύτερο παγκόσμιο
πόλεμο η αρχιτεκτονική ενώ βρίσκεται
μπροστά στο τέλος της αναπαράστασης
αναζητά ανατροφοδότηση μέσα από τα
φιλοσοφικά κείμενα της εποχής. Με τα
άρθρα του νεαρού τότε Aldo
Rossi στο
περιοδικό Casabella
αλλά
και με τη συμβολή του Taffuri
επέρχεται
η διασταύρωση της σχολής της Φρανκφούρτης
και του στρουκτουραλισμού. Έτσι ξεκινά
η χρήση της έννοιας της τυπολογίας. Η
τυπολογία από μόνη της είναι “ανενεργή”,
ανέκφραστη, χωρίς σχήμα, μια λογική
σταθερά στη σύνθεση και στοιχείο της
πολεοδομικής μορφολογίας αναφέρει ο
Migayrou.
Αυτό
το στοιχείο θα ωθήσει πολλούς αρχιτέκτονες
σε νέες αναζητήσεις. Χαρακτηριστικά
παραδείγματα, ο Oswald
Mathias Ungers που
επιχειρεί μία σύγκριση μεταξύ των
σχηματισμών της φύσης και των σχημάτων
των πόλεων, καθώς και αργότερα ο Rem
Koolhaas που
μαζί με τον Ungers
θα
πραγματοποιήσουν αρκετά έργα
όπως
και την ταινία “the
city in the city”. Μεγάλο
ενδιαφέρον παρουσιάζει η δουλειά του
P.
Eisenman ο
οποίος παρερμηνεύοντας δημιουργικά
την έννοια της διαφοροποίησης ξεκινά
ένα παιχνίδι ανάμεσα σε τυπολογία και
μορφολογία. Μέσω της πορείας των έργων
του μετασχηματίζει την ιδέα του κανάβου
σε μια διαδικασία μετατόπισης,
δημιουργώντας την πρώτη παραμετρική
ιδέα στην αρχιτεκτονική σύνθεση. Ο
κάναβος σαν ένα νέου τύπου ρασιοναλιστικό
αλλά και ταυτόχρονα δυναμικό σύστημα.
Αυτή η τάση εμπνέει πολλούς αρχιτέκτονες
όπως ο Kipnis
και
οδηγεί τον Deleuze
σε
ένα νέο φιλοσοφικό σύστημα αναφερόμενο
σε μια μετα-στρουκτουραλιστική οπτική
της αρχιτεκτονικής. Η δεύτερη γενιά
αρχιτεκτόνων που θα ασχοληθεί με αυτή
την θεωρία θα παραμείνει πιστή στη χρήση
αυτού του μετά-τυπολογικού συστήματος
ανάλυσης.
Ήταν
οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τρισδιάστατο
λογισμικό, αλγοριθμικές δομές και
απειροστικό λογισμό για την παραγωγή
χώρου. Ένα τμήμα αυτού του ανθρώπινου
δυναμικού πήρε μέρος στην έκθεση του
Migayrou
στο
Παρίσι τη δεκαετία του 90.
Σε
μια προσπάθεια οργάνωσης αυτού του
θεωρητικού όγκου ο Migayrou
διαχωρίζει
τρεις μαθηματικές οντολογίες.
Η
Formal
Ontology (επίσημη
οντολογία)
βασίζεται
στον απειροστικό λογισμό (λογισμός που
κάνει χρήση μη προσδιορίσιμων μεταβλητών)
και την “θεωρία καταστροφής” (πρόκειται
για μια θεωρία διακλάδωσης στη μελέτη
των δυναμικών συστημάτων) του René Thom.
Εισάγεται το non-standar
σαν
μια πιθανότητα κατανόησης της
πολυπλοκότητας του φυσικού περιβάλλοντος
μέσω της θεωρίας καταστροφής. Επίσης
αναζητείται η σχέση μεταξύ οντολογίας
και μαθηματικών και πώς μπορεί αυτή να
βρει χρήση στην αρχιτεκτονική.
Η
Ontology
of Manifold (οντολογία
της πολλαπλότητας) βασίζεται πάνω στο
διαφορικό λογισμό το non-standar
και
το φιλοσοφικό έργο του Deleuze
με
το πρώτο κείμενο “Mathesis
Science and philosophy” να
δημοσιεύεται το 1946. Ο Deleuze
στέκεται
αρνητικός απέναντι στην τυπολογία και
εισάγει την έννοια του λείου χώρου προς
αντικατάσταση του μέχρι τότε
ρασιοναλιστικού.
Τέλος
η Ontology
of the Event (οντολογία
του συμβάντος) προέρχεται από κείμενα
του Badiou
ο
οποίος εισάγει την έννοια του κερδοσκοπικού
ρεαλισμού (speculative
realism) διαχωρίζοντας
την οντολογία από τη λογική της
“ελάττωσης”.
Χαρακτηριστικό
της είναι η
απόλυτη
εξωτερίκευση του υλικού, της πολλαπλότητας
και του κόσμου ως απειροστικά στοιχεία.
Ο
Migayrou
υποστηρίζει
ότι η σύγκριση μεταξύ αυτών των τριών
μαθηματικών οντολογιών θα βοηθούσε
στην αναζήτηση της σχέσης μεταξύ
αρχιτεκτονικής και ενυπάρχοντος
(immanence
κατά
Deleuze).
Αναφέρει
τη χρήση του διαγράμματος voronoi
καθώς
και τη συμβολή του cellular
automata στη
συγγραφή καινοτόμων λογισμικών (όπως
η Processing
και
το Mathematica)
και όχι μόνο. Καταλήγει έτσι στην εμφάνιση
του material
design based computation, μια
αρχιτεκτονική όπου η δομή και η ύλη
είναι οργανωμένες σε παραμετροποιήσιμες
οντότητες που εξελίσσονται από γενιά
σε γενιά. Εξηγεί επίσης την μετάβαση
από τα pixel
(έκφραση
του δισδιάστατου χώρου) στα voxel
(έκφραση
του τρισδιάστατου χώρου) και τέλος στα
maxel,
που
ενσωματώνουν πλέον την φυσική πληροφορία
δηλαδή το υλικό. Υπάρχει εδώ μια άμεση
σύνδεση με την κατασκευή που ορίζεται
ως ένα σύνολο, ένα συσσωμάτωμα οποιουδήποτε
υλικού, φυσικού η βιολογικού. Συνολικά
η αρχιτεκτονική παρουσιάζεται ως μια
διαδικασία ελεγχόμενης αυτό-γέννεσης.
Μάριος
Παπανικολάου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου