Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Πίνακας προσεγγίσεων στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό


Συστηματική προσέγγιση - Δημιουργική προσέγγιση


Συμμετοχική προσέγγιση - Τυπολογική/σημασιολογική προσέγγιση


Αποδόμηση - Παραμετρικότητα


Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013


Μορφογένεση και non-standard: Έννοιες που σχετίζονται με τη σύγχρονη αρχιτεκτονική (παραμετρική, αποδομητική, ψηφιακή, βιοκλιματική) 


Ο Manuel Delanda εξηγεί στην ομιλία του το φαινόμενο της μορφογένεσης ως καλλιτεχνικό στοιχείο. Η μορφή γεννιέται, δεν δημιουργείται. Η Sagrada Familia από τον Antoni Gaudi και το στέγαστρο στο Μόναχο της Γερμανίας από τον Frei Otto αποτελούν παραδείγματα μορφογένεσης σε μια περίοδο που δεν υπήρχε η ψηφιακή απεικόνιση μέσω του υπολογιστή και οι αρχιτέκτονες κατέφευγαν σε έξυπνες λύσεις για να δώσουν την επιθυμητή μορφή στα δημιουργήματά τους. Η θεωρία του Deleuze, την οποία χρησιμοποιεί ο Delanda, αναφέρεται στους τρεις τρόπους συλλογισμού, πληθυσμιακή σκέψη (population thinking), εντατική σκέψη (intensive thinking), τοπολογική σκέψη (topological thinking)τους οποίους δεν μπορεί να τους συνδυάσει καμία επιστήμη εκτός από την οικολογία.
Κατά τον Frederic Migayrou η μορφογένεση αποκτά μια διαφορετική σημασία καθώς η ύλη έχει άμεση σχέση με την μορφή η οποία μπορεί να αλλάζει συνεχώς στα πλαίσια μιας non-standard αρχιτεκτονικής. Η χρήση των μαθηματικών δεδομένων, η τυπολογία σύμφωνα με τον Greg Lynn και Hani Rashid, η μορφολογία, η φιλοσοφία του στρουκτουραλισμού και μεταμαρξισμού από τον Aldo Rossi και Tafuri, το λειτουργικό μοντέλο του Eisenman είναι στάδια μέσα από τα οποία αναδύθηκε το non-standard. Στη συνέχεια μέσω παραδειγμάτων και εφαρμογών σύγχρονων μοντέλων σχεδιασμού όπως το voronoi, cellular automata, rhino το non-standard ως έννοια σχετίζεται με την αποδόμηση και την παραμετρική αρχιτεκτονική.
Μπορεί, λοιπόν, κανείς να διαπιστώσει οτι η ψηφιακή αναπαράσταση αποτελεί ένα νέο εργαλείο στα χέρια του αρχιτέκτονα με το οποίο μπορεί να αναπαραστήσει τις ιδέες του ,όπως κάνει άλλωστε τόσους αιώνες με διαφορετικούς τρόπους. Σίγουρα, αυτή η παραγωγή εντυπωσιακών ψηφιακών χώρων προσφέρει νέες δυνατότητες στην κατασκευή ενός έργου και μας δίνει το ερέθισμα να μιλάμε για παραμετρική ή αλγορυθμική  αρχιτεκτονική. Όλοι μας έχουμε υπόψη κτίρια σύγχρονων αρχιτεκτόνων όπως είναι Zaha Hadid, Daniel Libeskind, Frank Gehry που χρησιμοποιούν μια πορεία σχεδιασμού μη γραμμική με αφηρημένες μορφές στο χώρο εκτοπίζοντας στο περιθώριο τα οικεία δομικά στοιχεία του ορθογώνιου καννάβου. Συστήνουν κατά αυτό τον τρόπο μια πολυπλοκότητα, μία ελευθερία και προωθούν ένα ιδιαίτερο στιλ.
Αν αναλύσουμε τη δομή των κτιρίων αυτών θα εντοπίσουμε ότι κοινό σημείο αναφοράς είναι η η ιδέα της διάσπασης. Υπάρχουν δηλαδή διακριτές ενότητες στοιχείων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που συνδιαλλέγονται, όμως,  μεταξύ τους για την παραγωγή της τελικής μορφής. Γίνεται λόγος έτσι για μια άλλη έννοια, αυτή της αποδόμησης. Η αποδόμηση στην αρχιτεκτονική καταρρίπτει τον συμβατικό σχεδιασμό και φέρει νέα ρεύματα, θεωρίες και οικοδομικές πρακτικές. Ο αποδομηστής καταγράφει τη δική του αλήθεια και το κτίριο αποκτά ένα εξιδανικευμένο νόημα σε αντίθεση με τον μεταμοντερνιστή που δίνει ένα νόημα περισσότερο συλλογικό. Η χρήση της τεχνολογίας και των σύγχρονων μέσων οδηγούν σε πολύπλοκες, φανταχτερές, πανάκριβες κατασκευές, συχνά φλύαρες, υπερβολικές.
Ειτέ κρίνει βέβαια κανεις την κατάσταση αυτή ως μία ψηφιακή αρχιτεκτονική επανάσταση που βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη είτε ως στιλιστική τάση, μια μόδα που θα παρέλθει για να επιστρέψουμε και πάλι σε προηγούμενα πρότυπα, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εισφορά του Digital στον βιοκλιματικό σχεδιασμό. Η αρχιτεκτονική προσαρμόζεται στο σώμα της κοινωνίας και μεταβάλλεται ανάλογα με τις υπάρχουσες συνθήκες για να καλύψει όσο το δυνατό περισσότερες ανθρώπινες ανάγκες. Η ενεργειακή αντιμετώπιση του σχεδιασμού είναι πολύ σημαντική καθώς στοχεύει στο σχηματισμό στεγανού και μονωμένου κελύφους, στην ανάπτυξη των παθητικών ενεργειακών συστημάτων, στην αναζήτηση νέων εναλλακτικών μορφών ενέργειας για την καλύτερη ενεργειακή απόδοση του κτιρίου.

Βαρακλή  Άννα

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013


Manuel DeLanda_morphogenesis

Στη διάλεξή του ο Manuel DeLanda αναφέρεται στην έννοια της μορφογένεσης (morphogenesis) βασιζόμενος κυρίως στην θεωρία του Gilles Deleuze, αναδομώντας τα επιχειρήματα του τελευταίου με την αξιοποίηση νέων πηγών. Σύμφωνα με τον DeLanda, ο Deleuze αποτέλεσε ένα σύγχρονο είδος υλιστή (εν αντιθέση με τον Marx του οποίου η θεωρία εισάγει ένα περιορισμένο είδος υλισμού-φιλοσοφία της πραγματικότητας (philosophy of reality)), με την έννοια ότι ο υλισμός στον οποίο αναφέρεται ο ομιλητής περιλαμβάνει την ίδια την υλικότητα (βουνά, φυτά, σύννεφα, πλανήτες...)-philosophy of nature. Βασική έννοια για τον καθορισμό του σύγχρονου υλισμού αποτελέι η μορφογένεση, η γένεση δηλαδή της μορφής (των βουνών, των φυτών, των ζώων, των πλανητών...).

Στη συνέχεια ο DeLanda διαχωρίζει την φυσική μορφογένεση (natural morphogenesis) από την καλλιτεχνική μορφογέννεση (artistic morphogenesis). Αναλυτικότερα, επισημαίνει ότι κατά την καλλιτεχνική μορφογένεση ο δημιουργός αποτελεί μέρος της διαδικασίας, χωρίς αυτή να συνεπάγεται την συνεργασία της με την φυσική μορφογένεση. Ως τυπικό παράδειγμα μορφογένεσης αναφέρει το περίπτερο του Frei Otto για τους Ολυμπιακούς αγώνες στο Μόναχο το 1968. Αφετηρία για το σχεδιασμό του εν λόγω έργου αποτέλεσε για τον αρχιτέκτονα η χρήση σαπουνιού το οποίο προκαλεί το σχηματισμό υπερβολικών παραβολοειδών, επιτρέποντας τον αναλογικό υπολογισμό καμπυλών. Δεύτερο παράδειγμα μορφογένεσης αποτελεί η εκκλησία της Sangrada Familia του Gaudi, στην οποία η σχεδιαστική αφετηρία αντλείται από το φαινόμενο της αλυσοειδούς καμπύλης της φυσικής, σύμφωνα με το οποίο μία αλυσίδα, κρεμασμένη από τα δύο άκρα της, έχει την τάση να σχηματίσει μία φόρμα (παραβολή). Με αφορμή λοιπόν τα 2 αυτά παραδείγματα μορφογένεσης, ο DeLanda καταλήγει ότι η ανθρώπινη μορφογένεση (καλλιτεχνική, μουσική, αρχιτεκτονική...), παρά το γεγονός ότι αποτελεί μία φυσική διαδικασία, δεν αντιγράφει τη φύση, αλλά αξιοποιεί φυσικούς μορφογενετικούς πόρους για να καταλήξει σε ένα σχέδιο που ανήκει στον ίδιο τον δημιουργό.

Συνεχίζοντας, ο DeLanda υποστηρίζει ότι ειδικότερα μία υλιστική θεωρία έχει ως αφετηρία την πλήρη κατανόηση της ύλης, καθώς όσο η εκφραστικότητα αυτής είναι απαραίτητη για έναν καλλιτέχνη, αλλό τόσο οφείλει να είναι και για έναν φιλόσοφο. Ακόμα, προκειμένου να καταστεί κατανοητή η πηγή απ'όπου η ύλη αντλεί τις μορφογενετικές της δυνάμεις οφείλουν να αναλυθούν περεταίρω έννοιες που δεν σχετίζονται τόσο με την υποκειμενικότητα ή την πολιτική, όσο με την Επιστήμη. Και αυτό, αφού οι επιστήμονες είναι αυτοί που πλέον κατανοούν καλύτερα απο οποιονδήποτε άλλο οτιδήποτε έχει σχέση με την υλικότητα. Περεταίρω, αναλύει στη συνέχεια τα τρία είδη συλλογισμού (reasoning styles) τα οποία δανείζεται ο Deleuze από διαφορετικούς κλάδους της επιστήμης, διευκρινίζοντας ότι η επιστήμη δεν έχει μόνο μία μέθοδο, αλλά περισσότερες.

Έτσι, διακρίνει αρχικά την πληθυσμιακή σκέψη (population thinking), η οποία διαμορφώνεται τη δεκαετία του '30 από τους υποστηρικτές του Δαρβίνου, ενώ αντλεί επιρροή και από τις πρόσφατες τότε ανακαλύψεις του Gregor Mendel στον τομέα της γενετικής, καθώς παρά το γεγονός ότι το DNA δεν ανακαλύφθηκε έως τη δεκαετία του '50, ήταν την εποχή εκείνη γνωστό ότι υπήρχε “κάτι” το οποίο αποθήκευε τη γενετική πληροφορία, η οποία κληρονομούνταν από γενιά σε γενιά. Προέρχεται δηλαδή από την εξελικτική βιολογία σε συνδυασμό με τη γενετική, και έχει ως αντικείμενο μελέτης τα υπαρκτά πράγματα (actual things). Σύμφωνα με αυτό το είδος συλλογισμού, τα είδη υπόκεινται σε φίλτρα τα οποία καθορίζουν και την εξέλιξή τους. Ως παράδειγμα πληθυσμιακής σκέψης ο DeLanda αναφέρει την επικράτηση κάποιων διαλέκτων έναντι άλλων (για παράδειγμα στη Γαλλία η καθιέρωση της παριζιάνικης διαλέκτου ως “Γαλλικής”), υπό το πρίσμα ότι η γλώσσα μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος υλικότητας, αν γίνει αντιληπτή ως η 'σχηματοποίηση των παλμών του αέρα” η οποία επιτυγχάνεται μέσω της γλώσσας, των δοντιών, των χειλιών...

Ως δεύτερο τρόπο συλλογισμού ο DeLanda διακρίνει την εντατική σκέψη (intensive thinking), η οποία προέρχεται από τον τομέα της Θερμοδυναμικής και πηγάζει από διαδικασίες με τις οποίες παράγονται τα υπαρκτά πράγματα (actual things). Η θερμοδυναμική αρχικά αποτελούσε κατώτερη επιστήμη σε σχέση με άλλες, καθώς η δημιουργία της πηγάζει από την κατασκευή της ατμομηχανής, γεγονός που οφείλεται σε τεχνίτες και όχι σε επιστήμονες. Αυτό το νέο είδος μηχανής έδωσε το έναυσμα στους επιστήμονες να εξελίξουν ένα νέο είδος συλλογισμού, ο οποίος προέρχεται από ένα υλικό στοιχείο.

Τρίτο είδος συλλογισμού αποτελεί η τοπολογική σκέψη (topological thinking) η οποία προέρχεται από τον τομέα των μαθηματικών και αναφέρεται στα εικονικά πράγματα (virtual things), δεν έχει όμως καμία σχέση με την εικονική πραγματικότητα (virtual reality), καθώς ο όρος αυτός καθιερώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Με την έννοια εικονικά εννοείται οτιδήποτε είναι μεν αληθινό (real) αλλά δεν είναι πραγματικό (actual).

Αναφέρεται, τέλος, πως η ειδίκευση των επιστημόνων εμποδίζει τη γενίκευση της Επιστήμης, ως ενιαίο αντικείμενο, και αυτό διότι κάθε εξειδικευμένος επιστήμονας χρησιμοποιεί μόνον ένα είδος συλλογισμού. Ωστόσο, ο DeLanda υποστηρίζει ότι ο μόνος διεπιστημονικός τομέας στον οποίο συνδυάζονται και τα τρία είδη συλλογισμού που ήδη αναλύθηκαν, είναι αυτός της οικολογίας. Και αυτό, καθώς οι οικολόγοι μελετούν τόσο τον τρόπο εξέλιξης της χλωρίδας και της πανίδας (κοινές ανάγκες και λειτουργίες), όσο και το δίκτυο που αναπτύσσεται εντός ενός οικοσυστήματος για την κυκλοφορία της σάρκας (ή όπως επιστημονικά έχει καθιερωθεί, της βιομάζας), όπως και τους δεσμούς που συνδέουν τα είδη μεταξύ τους, με την έννοια περισσότερο της τροφικής αλυσίδας και των συνεπειών που μπορεί να έχει για παράδειγμα η εξαφάνιση ενός είδους για αυτή.




Frédéric Migayrou_future frontiers

Στη συγκεκριμένη ομιλία του ο Frédéric Migayrou αναφέρεται κατά κύριο στην ανάλυση του non standard, με αφορμή αντίστοιχη έκθεση που πραγματοποίησε ο ίδιος το 2003 στο κέντρο Pompidou στο Παρίσι. Αναλυτικότερα, θεωρεί ότι η εν λόγω μαθηματική ανάλυση συντέλεσε δραστικά στη διαμόρφωση ενός νέου θεωρητικού υπόβαθρου για την αρχιτεκτονική κατά τη δεκαετία του '60 και μετά το πέρας του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου που σήμανε και το τέλος του κόσμου της αναπαράστασης (“world of representation”). Η μαθηματική ανάλυση του non standard εισάγει την έννοια του απειροελάχιστου αριθμού και σημαίνει τη δημιουργία μίας νέας φιλοσοφίας, ικανής να καλύψει το κενό που άφησε πίσω του για την αρχιτεκτονική το τέλος της εποχής της αναπαράστασης.

Πιο συγκεκριμένα, στην αρχιτεκτονική η έννοια του non standard εισάγεται τη δεκαετία του '90 και συνοδεύεται με το “τέλος της αρχιτεκτονικής” και τη δημιουργία των διάφορων software σχεδιασμού μέσω υπολογιστή, η οποία δεν οφείλεται μόνον σε αλγόριθμους αλλά σε πραγματικά μαθηματικά. Παράλληλα, ο Migayrou διακρίνει κατά την εποχή εκείνη σύγχυση των νέων αρχιτεκτόνων ως προς το νέο αυτό φιλοσοφικό ρεύμα, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με ένα σωρό θεωριών και ονομάτων (Derrida, Deleuze...), ανήμποροι να προχωρήσουν σε αυτό το γιγαντιαίο σύστημα το οποίο βρίσκεται αν μη τι άλλο εκτός της αρχιτεκτονικής, αφού αυτή “έχει πεθάνει” (“architecture is dead”).

Στη συνέχεια, ο ομιλητής εστιάζει στις έννοιες της τυπολογίας και της μορφολογίας στην αρχιτεκτονική. Με κύριους εκπροσώπους τους Aldo Rossi και Manfredo Tafuri, διαμορφώνεται μια νέα θεωρία κατά της παραδοσιακής μαρξιστικής, μέσω της διασταύρωσης του στρουκτουραλισμού και της Σχολής της Φρανκφούρτης. Έτσι, οι εκτενείς αναφορές του Aldo Rossi στην έννοια της τυπολογίας, η οποία ορίζεται ως η λογική συνέχεια της αρχιτεκτονικής, αφού δεν σχετίζεται με τον τύπο (δεν είναι σχήμα), δημιουργούν μία νέα ιδέα για τη γλώσσα και τον στρουκτουραλισμό στην αρχιτεκτονική που εφαρμόζονται μέσω των διαφόρων τυπολογιών. Η εν λόγω τυπολογία έχει ως αφετηρία τη χρήση καννάβου (ιδιαίτερα κατά τον σχεδιασμό των πόλεων), και στηριζόμενη σε μεταγενέστερες ερμηνείες που δίνει ο Peter Eisenman, περιστρέφοντας και μετακινώντας τον κάνναβο, καταλήγει στη διαμόρφωση ενός νέου τρόπου αντίληψης και κατανόησης της γεωμετρίας.

Τέλος, οι Jean Petitot και René Thom εισάγουν την έννοια της νατουραλιστικής ιδεολογίας του στρουκτουραλισμού και παράλληλα παρουσιάζουν την ανάλυση non standard ως μία δυνατότητα να γίνει κατανοητή η πολυπλοκότητα της φύσης, και συνεπώς και της αρχιτεκτονικής. Στη συνέχεια, ο ομιλητής αναφέρει τις τρεις μαθηματικές οντολογίες που προκύπτουν από τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ ύλης και μορφής, της γεωμετρίας αλλά και της ίδιας της αντίληψης για τον χώρο, ως άμεση συνέπεια της διαφοροποίησης του οντολογικού προσανατολισμού της μορφογέννεσης. Αυτές είναι οι Formal Ontology (που βασίζεται στην ανάλυση non standard και στη θεωρία της καταστροφής (Catastrophe Theory)), Ontology of Manifold (μεταξύ του αυταπόδεικτου (axiomatic) και της προβληματικής (problematic)-Deleuze) και Ontology of the Event (το αυταπόδεικτο (axiomatic) θεμελειώνει το συμβάν (event) αλλά ταυτόχρονα και την απόλυτη άρνηση (negation) αυτού-Badieu). Στη συνέχεια ο Migayrou διερωτάται για τη σχέση αρχιτεκτονικής και εμμένειας (immanence) και αναφέρει ότι η πρώτη πρέπει να αντιμετωπίζει μη έκδηλα επίπεδα της πραγματικότητας, αποκεντρώνοντας τη λογική της. Τελικά, κατά το υπολογισμό βάση του σχεδιασμού του ίδιου του υλικού (material design based computation) η μοντελοποίηση της διαδικασίας καταλήγει να αποτελεί την ίδια την διαδικασία κατά την οποία η δομή και η ύλη δεσμεύονται σε αποικίες (colonies) που εξελίσσονται απο γενιά σε γενιά αλλάζοντας τους παράγοντες (ποιοτικούς και ποσοτικούς) βάση των οποίων κάνει κανείς αρχιτεκτονική αλλά διατηρώντας παράλληλα τους ίδιους κανόνες. Αυτή η “αυτόνομη” αρχιτεκτονική μπορεί να λειτουργεί σαν ένα “ecophysic”, με την έννοια της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ιδιοτήτων των υλικών των Μονάδων (Voxels) και του περιβάλλοντος αυτών.

Αρβανίτη Ισιδώρα

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Frédéric Migayrou – Future Frontiers

                    Επιχειρώντας μια ιστορική αναδρομή από τη δεκαετία του 60 έως και σήμερα, ο Frédéric Migayrou προσεγγίζει την εξέλιξη της non-standar αρχιτεκτονικής έως και την εμφάνιση του material design based computation. Στις δεκαετίες μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η αρχιτεκτονική ενώ βρίσκεται μπροστά στο τέλος της αναπαράστασης αναζητά ανατροφοδότηση μέσα από τα φιλοσοφικά κείμενα της εποχής. Με τα άρθρα του νεαρού τότε Aldo Rossi στο περιοδικό Casabella αλλά και με τη συμβολή του Taffuri επέρχεται η διασταύρωση της σχολής της Φρανκφούρτης και του στρουκτουραλισμού. Έτσι ξεκινά η χρήση της έννοιας της τυπολογίας. Η τυπολογία από μόνη της είναι “ανενεργή”, ανέκφραστη, χωρίς σχήμα, μια λογική σταθερά στη σύνθεση και στοιχείο της πολεοδομικής μορφολογίας αναφέρει ο Migayrou. Αυτό το στοιχείο θα ωθήσει πολλούς αρχιτέκτονες σε νέες αναζητήσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, ο Oswald Mathias Ungers που επιχειρεί μία σύγκριση μεταξύ των σχηματισμών της φύσης και των σχημάτων των πόλεων, καθώς και αργότερα ο Rem Koolhaas που μαζί με τον Ungers θα πραγματοποιήσουν αρκετά έργα όπως και την ταινία “the city in the city”. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δουλειά του P. Eisenman ο οποίος παρερμηνεύοντας δημιουργικά την έννοια της διαφοροποίησης ξεκινά ένα παιχνίδι ανάμεσα σε τυπολογία και μορφολογία. Μέσω της πορείας των έργων του μετασχηματίζει την ιδέα του κανάβου σε μια διαδικασία μετατόπισης, δημιουργώντας την πρώτη παραμετρική ιδέα στην αρχιτεκτονική σύνθεση. Ο κάναβος σαν ένα νέου τύπου ρασιοναλιστικό αλλά και ταυτόχρονα δυναμικό σύστημα. Αυτή η τάση εμπνέει πολλούς αρχιτέκτονες όπως ο Kipnis και οδηγεί τον Deleuze σε ένα νέο φιλοσοφικό σύστημα αναφερόμενο σε μια μετα-στρουκτουραλιστική οπτική της αρχιτεκτονικής. Η δεύτερη γενιά αρχιτεκτόνων που θα ασχοληθεί με αυτή την θεωρία θα παραμείνει πιστή στη χρήση αυτού του μετά-τυπολογικού συστήματος ανάλυσης. Ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τρισδιάστατο λογισμικό, αλγοριθμικές δομές και απειροστικό λογισμό για την παραγωγή χώρου. Ένα τμήμα αυτού του ανθρώπινου δυναμικού πήρε μέρος στην έκθεση του Migayrou στο Παρίσι τη δεκαετία του 90.

                Σε μια προσπάθεια οργάνωσης αυτού του θεωρητικού όγκου ο Migayrou διαχωρίζει τρεις μαθηματικές οντολογίες.
                  Η Formal Ontology (επίσημη οντολογία) βασίζεται στον απειροστικό λογισμό (λογισμός που κάνει χρήση μη προσδιορίσιμων μεταβλητών) και την “θεωρία καταστροφής” (πρόκειται για μια θεωρία διακλάδωσης στη μελέτη των δυναμικών συστημάτων) του René Thom. Εισάγεται το non-standar σαν μια πιθανότητα κατανόησης της πολυπλοκότητας του φυσικού περιβάλλοντος μέσω της θεωρίας καταστροφής. Επίσης αναζητείται η σχέση μεταξύ οντολογίας και μαθηματικών και πώς μπορεί αυτή να βρει χρήση στην αρχιτεκτονική.
                  Η Ontology of Manifold (οντολογία της πολλαπλότητας) βασίζεται πάνω στο διαφορικό λογισμό το non-standar και το φιλοσοφικό έργο του Deleuze με το πρώτο κείμενο “Mathesis Science and philosophy” να δημοσιεύεται το 1946. Ο Deleuze στέκεται αρνητικός απέναντι στην τυπολογία και εισάγει την έννοια του λείου χώρου προς αντικατάσταση του μέχρι τότε ρασιοναλιστικού.
                  Τέλος η Ontology of the Event (οντολογία του συμβάντος) προέρχεται από κείμενα του Badiou ο οποίος εισάγει την έννοια του κερδοσκοπικού ρεαλισμού (speculative realism) διαχωρίζοντας την οντολογία από τη λογική της “ελάττωσης”. Χαρακτηριστικό της είναι η απόλυτη εξωτερίκευση του υλικού, της πολλαπλότητας και του κόσμου ως απειροστικά στοιχεία.

                 Ο Migayrou υποστηρίζει ότι η σύγκριση μεταξύ αυτών των τριών μαθηματικών οντολογιών θα βοηθούσε στην αναζήτηση της σχέσης μεταξύ αρχιτεκτονικής και ενυπάρχοντος (immanence κατά Deleuze). Αναφέρει τη χρήση του διαγράμματος voronoi καθώς και τη συμβολή του cellular automata στη συγγραφή καινοτόμων λογισμικών (όπως η Processing και το Mathematica) και όχι μόνο. Καταλήγει έτσι στην εμφάνιση του material design based computation, μια αρχιτεκτονική όπου η δομή και η ύλη είναι οργανωμένες σε παραμετροποιήσιμες οντότητες που εξελίσσονται από γενιά σε γενιά. Εξηγεί επίσης την μετάβαση από τα pixel (έκφραση του δισδιάστατου χώρου) στα voxel (έκφραση του τρισδιάστατου χώρου) και τέλος στα maxel, που ενσωματώνουν πλέον την φυσική πληροφορία δηλαδή το υλικό. Υπάρχει εδώ μια άμεση σύνδεση με την κατασκευή που ορίζεται ως ένα σύνολο, ένα συσσωμάτωμα οποιουδήποτε υλικού, φυσικού η βιολογικού. Συνολικά η αρχιτεκτονική παρουσιάζεται ως μια διαδικασία ελεγχόμενης αυτό-γέννεσης.

Μάριος Παπανικολάου
 

Manuel DeLanda – Morphogenesis

    
              Στη διάλεξή αυτή ο DeLanda προσεγγίζει τις έννοιες της υλικότητας και της μορφογένεσης κατά τον Deleuze και αναλύει τις τρεις συλλογιστικές προσεγγίσεις που χρησιμοποιούσε ο τελευταίος. Ανασκευάζοντας τα επιχειρήματα του Deleuze προτείνει μια ανάγνωση με χρήση εντελώς νέων στοιχείων και θεωρητικών πηγών. Θεωρεί τον Deleuze ως υποστηρικτή ενός νέου υλισμού ο οποίος αντιλαμβάνεται την υλικότητα ως ένα απαραίτητο στοιχείο στην φιλοσοφική αναζήτηση. Μιλώντας για την μορφογένεση ο DeLanda διαχωρίζει την φυσική μορφογενετική διαδικασία από την καλλιτεχνική, δηλώνοντας ότι στη δεύτερη ο καλλιτέχνης είναι ο ίδιος μέρος της διαδικασίας παραγωγής της μορφής στην οποία μπορεί να κυριαρχήσει πλήρως. Σαν πρώτο παράδειγμα αυτής της θεώρησής του φέρνει το περίπτερο του Fry Otto στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1968, όπου χρησιμοποιώντας τις ιδιότητες του σαπουνιού σε συνδυασμό με μια μακέτα από κολόνες και νήματα, κατάφερε να υπολογίσει με αναλογικό τρόπο υπερβολικά παραβολοειδή. Οι τεχνικές του Gaudi με τις αναρτημένες αλυσίδες και τα σακιά γεμάτα άμμο, που έδωσαν στον αρχιτέκτονα τη μορφή της όψης της εκκλησίας της Sagrada familia, αποτελούν το δεύτερο παράδειγμα του DeLanda. Ο Gaudi ήξερε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις φυσικές διαδικασίες σαν ένα μέσο στη προσέγγιση του σχεδιασμού. Εάν αυτή η εκφραστικότητα των υλικών είναι απαραίτητη σε ένα καλλιτέχνη τότε το ίδιο απαραίτητη είναι και σε ένα φιλόσοφο, υποστηρίζει ο DeLanda.
               Κατά τον DeLanda οι προσπάθειες της επιστήμης να κατανοήσει τη φύση έχουν οδηγήσει στη εμφάνιση ενός πλήθους επιστημονικών πεδίων κάθε ένα από τα οποία ακολουθεί τη δικιά του μεθοδολογία. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει η γενικευμένη έννοια της “επιστήμης”. Με αφορμή αυτή τη δήλωση ο DeLanda παρουσιάζει τις τρεις συλλογιστικές προσεγγίσεις που ο Deleuze συνήθιζε να χρησιμοποιεί.
               Η πληθυσμιακή σκέψη (population thinking) η οποία προκύπτει από την εξελικτική βιολογία και τη γενετική έχει της ρίζες της στις εξελικτικές θεωρίες του Δαρβίνου καθώς και στις ανακαλύψεις του Mentel πάνω στο DNA. Αυτός ο τρόπος σκέψης εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο τα αληθινά πράγματα αλληλο-εξελίσσονται και ο DeLanda υποστηρίζει πως μπορεί να εφαρμοστεί στη μορφογένεση ενός εύρους αντικειμένων, ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο η υλικότητα μια γλώσσας εξηγεί την κυριαρχία της γλώσσας απέναντι σε άλλες.
              Η εντατική σκέψη (intensive thinking) αποτελεί μέθοδο για την ανάλυση του τρόπου με τον οποίο η ενέργεια μεταφέρεται μέσα σε ένα δίκτυο αντικειμένων. Έχει τη βάση της στη θερμοδυναμική, επιστημονικός τομέας που ξεκίνησε με την εφεύρεση της ατμομηχανής η οποία αποτελεί μία σμίκρυνση του τρόπου αλλαγής του κλίματος. Αυτός ο τρόπος σκέψης ερευνά τη διαδικασία που παράγει τα πραγματικά αντικείμενα.
             Η τοπολογική σκέψη (topological thinking) έχει ως εφαλτήριο τα μαθηματικά και αναφέρεται στη αντιμετώπιση των εικονικών αντικειμένων. Μελετά την συνδεσιμότητα μεταξύ των αντικειμένων που είναι αληθινά (real) αλλά όχι απτά (actual).
             Οι πολλαπλοί επιστημονικοί κλάδοι και η υπερβολική εξειδίκευσή τους, τους αποτρέπει από τον συνδυασμό διαφορετικών τρόπων σκέψης στη μεθοδολογία τους. Η οικολογία αποτελεί έναν από τους λίγους τομείς που καταφέρνει να συνδυάσει και τους τρεις αυτούς τρόπους σκέψης. Κατά κύριο λόγω όμως η φιλοσοφία είναι αυτή που συνδυάζει τις διαφορετικές αυτές πρακτικές και αναγνωρίζει τις διαφορετικές συνδέσεις μεταξύ των αντικειμένων διαμορφώνοντας μια οπτική του κόσμου που χρησιμοποιεί όλες αυτές τις μεθόδους.

Μάριος Παπανικολάου

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Διάλεξη Frederic Migayrou : Futute Frontiers


Διάλεξη   Frederic Migayrou : Futute Frontiers

         Στην διάλεξη του Ο Frederic Migayrou θέτει το ζήτημα την έννοια της non-standard architecture  βασιζόμενος στην έκθεση που παρουσιάστηκε στο κέντρο Pompidou στο Παρίσι, μια έκθεση ολοκληρωμένων ή πειραματικών σχεδίων και πρωτότυπων από δώδεκα αρχιτεκτονικές ομάδες.

-  Asymptote (Hani Raschid & Lise Anne couture, USA)
- DECOi architects (Mark Goulthorpe, France/ USA/UK)
- DRD (Dagmar Richter, USA/ Germany)
- Greg Lynn FORM (Greg Lynn, USA)
- KOL/MAC studio (Sulan Kolatan & William Macdonald, USA)
- Kovac architecture (Tom Kovac, Australia)
- NOX (Lars Spuybroek, Holland)
- Objectile (Bernard Cache & Patrick Beaucé, France)
- Oosterhuis.NL (Kas Oosterhuis & Ilona Lenard, Holland)
- R&Sie (François Roche & Stéphanie Lavaux, France)
- Servo (David Erdman, Marcelyn Gow, Ulrika Karlsson, Chris Perry,
  Switzerland/ Sweden/ USA)
- UN studio (ben Van Berkel & Caroline Bos, Holland)

          Η έκθεση παρέχει μια επισκόπηση της τρέχουσας αρχιτεκτονικής έρευνας που προκύπτει από την αυξανόμενη χρήση των ψηφιακών τεχνικών σε κάθε στάδιο του έργου από την εφαρμογή της βιομηχανικής παραγωγής. Καταδεικνύει επίσης πως το επάγγελμα του αρχιτέκτονα και πως ολόκληρη η αρχιτεκτονική βιομηχανία επαναπροσδιορίζεται και αποκτά νέα ταυτότητα  . Τονίζεται η άμεση σύνδεση αυτής της ανάλυσης με τον κλάδο των Μαθηματικών και της Φιλοσοφίας, αλλά και με έννοιες όπως είναι η οντολογία. Συνεχίζοντας αναφέρεται στην εμφάνιση και την εξέλιξή της τοποθετώντας την ιστορικά καταδεικνύοντας τις επιρροές που δέχτηκε από τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα του 20ου αιώνα ο Deleuze, ο Badiou Derrida, Foucault καθώς και επιστημόνων όπως ο H.Poincare ,B.Riemann,R.Thom . Η έννοια του  non-standard εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον τομέα των μαθηματικών το 1961, με το έργο του Αβραάμ Robinson. Οι επιπτώσεις είναι πολλαπλές και ο τρόπος που  επηρεάζουν τα αλγοριθμικά  συστήματα και το πως μπορούν να εφαρμοστούν, στην αρχιτεκτονική είναι σημαντικός .
          Στη συνέχεια αναφέρεται στις έννοιες της τυπολογίας συσχετίζοντας   τις θεωρίες του Aldo Rossi  και  του Manfredo Tafuri .Ουσιαστικά ξεκινάει ο συνδυασμός του με τη σχολή της Φρανκφούρτης (στρουκτουραλισμός- μεταμαρξισμός), προκειμένου να εισαχθεί για πρώτη φορά η έννοια της τυπολογίας. Η αναφορά στις έννοιες της τυπολογίας και της μορφολογίας  κατά τις δεκαετίες του 50' με 60'  και   αργότερα με τον Derrida , με την έννοια της αποδόμησης βοήθα ώστε να γίνει  κατανοητή η εσωτερική δομή της αρχιτεκτονικής. Η χρήση του κάνναβου , στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό σε  μεγάλης κυρίως κλίμακας έργα , επηρεάζει αρχιτέκτονες όπως ο Mathias Ungers και ο Rem Koolhaas. Καθοριστική ήταν η συμβολή του Eisenman,ο οποίος χρησιμοποίησε την τυπολογία και τον κάνναβο με πιο ελεύθερο  τρόπο . Οι θεωρίες του στην αρχιτεκτονική ακολουθούν την χειραφέτηση και την αυτονομία της πειθαρχίας και η εργασία του αντιπροσωπεύει μια συνεχή προσπάθεια να ελευθερώσει τη μορφή από στατικά στοιχεία μέσα από ένα δυναμικό σύστημα που μεταβάλλεται παραμετρικά και μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Στο τέλος της διάλεξης του ο F.Migayrou  αναφέρεται σε σύγχρονα μοντέλα σχεδιασμού voronoi ,cellular automata ,processing, rhino και παρουσιάζει παραδείγματα διάφορες εφαρμογές .


Τάσος Τυρίμος




Τάσος Τυρίμος

1η διάλεξη Manuel Delanda – Morphogenesis


1η διάλεξη Manuel Delanda – Morphogenesis

           Στην διάλεξη του ο Manuel Delanda αναφέρεται στο θέμα της μορφογένεσης (morphogenesis ). Ουσιαστικά γίνεται αναφορά στον  Gilles Deleuze και παραθέτει τρία στυλ συλλογισμού, όπως διατυπώθηκαν από τον ίδιο. Συγκεκριμένα 1. population thinking ( γενετική και βιολογία), 2.  intensive thinking (θερμοδυναμική), 3.  topological thinking (μαθηματικά). Ο Manuel Delanda  τονίζει τη σημασία της μορφογένεσης  και της υλικότητας στην διαμόρφωση της φιλοσοφίας και της  τέχνης  ανασκευάζοντας, όμως τα επιχειρήματα του Deleuze  .
         Η μορφογένεση (morphogenesis ) είναι η χρονικά και χωροταξικά καθορισμένη οργάνωση της μορφής του οργανισμού. Η έννοια της μορφής και της γένεσης είναι κατά κύριο λόγο ο προβληματισμός του κάθε ανθρώπου να εντάξει την σκέψη του σε ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο. Τοποθετεί την μορφογένεση και ως  μέρος της  καλλιτεχνικής διεργασίας καθώς γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή σε σύγκριση με την φιλοσοφική  μορφογένεση .  Η διαφορά που προκύπτει από την φυσική μορφογένεση είναι ότι ο καλλιτέχνης αποτελεί συστατικό στοιχείο της όλης της διαδικασίας. Ο καλλιτέχνης παρατηρώντας τη φύση γύρω ανταποκρίνεται αισθητικά, και κατόπιν προσπαθεί να υλοποιήσει σε πραγματικές συνθήκες αυτό που σκέπτεται χρησιμοποιώντας τα υλικά της επιλογής του. Ουσιαστικά  η σχέση μορφής και φύσης είναι αλληλένδετη . Αντιθέτως  σε καθετί καλλιτεχνικό ο δημιουργός δίνει και επιβάλλει μορφή στο δημιούργημά του . Η καλλιτεχνική μορφογένεση  είναι περιορισμένη γιατί δεν υπάρχει συνεταιρισμός με τη φυσική μορφογένεση.
        Χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρεται από τον Manuel Delanda  για να γίνει κατανοητή αυτή η διαδικασία, είναι το στέγαστρο του Ολυμπιακού Σταδίου του Μονάχου και συγκεκριμένα σε  ένα περίπτερο που είναι στο χώρο περιμετρικά του σταδίου σχεδιασμένο από τον Γερμανό αρχιτέκτονα  μηχανικό Frei Otto το οποίο θεωρήθηκε επαναστατικό για την εποχή του.  Κατασκευάστηκε από Plexiglas και  σταθεροποιείται με ατσάλινα καλώδια και μεταλλικούς στύλους που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά σε μεγάλη κλίμακα.  Η ιδέα του στεγάστρου ήταν να μιμηθούν τις Άλπεις .Ο Frei Otto χρησιμοποίησε διάλυμα σαπουνιού το οποίο δίνει σχήματα όπως τις σαπουνόφουσκες . Το διάλυμα σαπουνιού σε συνάρτηση με την μακέτα (την έριξε στο διάλυμα) δημιούργησε  το υπερβολικό παραβολοειδές. Ουσιαστικά το τελικό αποτέλεσμα είναι κάπου στο ενδιάμεσο .
Ακόμη ένα παράδειγμα που αναφέρεται είναι η Sagrada Familia του Καταλάνου αρχιτέκτονα Antoni Gaudí . Αναφέρεται σε μια μακέτα στην οποία χρησιμοποίησε σχοινί και στην μέση της είναι κρεμασμένα μικρά σακκουλάκια με άμμο ώστε να δημιουργηθεί ένα παραβολικό σχήμα (καμπύλη της αλυσίδας)). Ο Gaudi ουσιαστικά διαχειρίστηκε την φυσική διαδικασία, την χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει μια δική του μορφή .
       Συνεχίζοντας αναφέρεται στο έργο του Deleuze που έχει να κάνει με την επιστήμη. Παρουσίαζει τους τρεις τρόπους συλλογισμού (reasoning styles), όπως  διατυπώθηκαν από τον Deleuze, μέσω των οποίων αναλύεται η μορφογένεση. Συγκεκριμένα ο  Delanda  κανει μια ιστορική αναδρομή και αναφέρει ότι υπάρχουν αρκετοί τρόποι σκέψης  για να φτάσει κανείς σε ένα συμπέρασμα .Η επιστήμη δεν έχει μια μοναδική μέθοδο ούτε μια τελική αλήθεια ώστε να την ονομάσουμε επιστημονική μέθοδος καθώς η επιστήμη αποτελείται από ένα σύνολο επιστημονικών πεδίων τα οποία έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και μεθόδους.






Τρόποι συλλογισμού  (reasoning styles)

1.             Πληθυσμιακή σκέψη (population thinking)

Προκύπτει από την επιστήμη της γενετικής και της Βιολογίας .  Γίνεται αναφορά στις Δαρβινικές θεωρίες περί της εξέλιξης και μετά στις θεωρήσεις του Μέντελ περί του γενετικού υλικού που μεταφέρει τις πληροφορίες από τη μία γενιά στην επόμενη . Οι δυο αυτές θεωρίες δημιούργησαν ένα νέο τύπο συλλογισμού που λέγεται πληθυσμιακή σκέψη . Η πληθυσμιακή σκέψη μέσα από τις  διάφορες επιλογές , συνειδητές ή ασυνείδητες που γίνονται από τους ανθρώπους οδηγούν στην μορφογένεση πραγμάτων.


2.         Εντατική σκέψη (intensive thinking)

         Προκύπτει από τη Θερμοδυναμική και αναφέρεται στην ανακάλυψη της ατμομηχανής ως ένας νέος τύπος λειτουργιάς . Ο άνθρωπος ουσιαστικά κατάφερε να κάνει σμίκρυνση στο φαινόμενο που υπάρχει στη φύση . Ο τρόπος ο οποίος ο άνθρωπος μπορεί να παρατηρήσει τα φυσικά φαινόμενα και να δημιουργήσει παίζει σημαίνοντα  ρόλο στην μορφογένεση.

2.           Τοπολογική σκέψη (topological thinking)

Προκύπτει από τα μαθηματικά και ασχολείται με που είναι αληθινά αλλά όχι πραγματικά (virtual things) .Αναφέρεται σε  μαθηματικές δομές και τον τρόπο που διαχειρίζονται όπως  όπως σύγκλιση, σύνδεση και συνέχεια και το πώς εφαρμόζονται ευρέως σήμερα  σχεδόν σε κάθε κλάδο μαθηματικών σήμερα.

         Εν κατακλείδι αν αφαιρέσουμε την  οικολογία, καμία επιστήμη  δεν συνδυάζει αυτούς τους τρεις τρόπους σκέψης. Σίγουρα χρειάζονται και οι τρεις τρόποι σκέψης για το κάθε πεδίο ξεχωριστά .Συμπερασματικά ο Deleuze καθορίζει την πληθυσμιακή σκέψη για τα υπαρκτά πράγματα, την εντατική σκέψη για την διαδικασία που παράγει υπαρκτά πράγματα και την τοπολογική αληθινά αλλά όχι πραγματικά . Αντιθέτως η φιλοσοφία έχει μια διαφορετική προσέγγιση και σε αντίθεση με τις θετικές επιστήμες, μπορεί χρησιμοποιεί τις προαναφερθείσες τρεις μεθόδους κατά το δοκούν .

Τάσος Τυρίμος